Ιερές Εικόνες

Η δεσποτική εικόνα του Ιησού Χριστού τον παριστάνει σε όρθια μετωπική στάση, με ελαφρά κίνηση προς τα εμπρός του ενός ποδιού του, να μας προσφέρει τα σωστικά του μέσα, δηλαδή την ευλογία του και τον λόγο του Ευαγγελίου. Πιο αναλυτικά ο Κύριος έχει το δεξί του χέρι σε στάση ευλογίας, ενώ με το αριστερό κρατά ανοικτό ευαγγέλιο, όπου γράφει σε μεγαλογράμματη γραφή την παρακάτω ευαγγελική περικοπή με καθαρά ευχαριστιακό περιεχόμενο: «ΕΓΩ ΕΙΜΙ 0 ΑΡΤΟΣ Ο ΖΩΝ Ο ΕΚ ΤΟΥ ΟΥΡΑΝΟΥ ΚΑΤΑΒΑΣ / ΕΑΝ ΤΙΣ ΦΑΓΗ ΕΚ ΤΟΥΤΟΥ ΤΟΥ ΑΡΤΟΥ ΖΗΣΕΤΑΙ».

Το πρόσωπό του αποδίδεται ευγενικό, προσηνές και εκπέμπει μια πνευματικότητα καλώντας τον πιστό στο μονοπάτι της προσευχής και της μετάνοιας. Φορά ιώδες (σκούρο μοβ-μελιτζανί) χιτώνα και μπλε ανοικτό ιμάτιο. Στο δεξιό ώμο φέρει το σημείο (clavus), σε χρώμα χρυσό, που δηλώνει εξουσία και συνήθως το ζωγραφίζουν στη βυζαντινή παράδοση. Το ένσταυρο φωτοστέφανό του φέρει τη επιγραφή Ο ΩΝ, ενώ επάνω στο χρυσό κάμπο της εικόνας διακρίνεται η συντομογραφία ΙΣ ΧΣ. Κάτω αριστερά, η επιγραφή των δωρητών: Δέησις Δημοσθένους Ιωάν. Κόλλια, εις μνήμην Γονέων του και αδελφών του 1964. Στην δεξιά πλευρά η υπογραφή του αγιογράφου και η χρονολογία της εικόνας με βυζαντινή αρίθμηση δια χειρός Ε. Μαυρικάκη

Η δεσποτική εικόνα της Παναγίας την αποδίδει όρθια, μετωπική, με ελαφρά κίνηση προς τα εμπρός του δεξιού της ποδιού, να κρατά στην αγκαλιά της τον μικρό Χριστό, τον οποίο και μας τον προσφέρει. Φορά μπλε χιτώνα και κόκκινο μαφόριο που φέρει επάνω στους ώμους και στο κεφάλι το οκτάκτινο αστέρι, σύμβολο της αειπαρθενίας της. Εσωτερικά στο κεφάλι φορά καλύπτρα μαλλιών. Χαρακτηριστική είναι η νεανική απόδοση του προσώπου της και η εσωτερικότητα του βλέμματός της που είναι έτοιμο να αφουγκραστεί τις προσευχές των πιστών και να μεσολαβήσει για αυτούς στον Υιό της. 

Ο μικρός Χριστός φορά λευκό χιτώνα και ιμάτιο στο χρώμα της ώχρας και είναι έτοιμος να εισχωρήσει στην αγκαλιά όποιου κουρασμένου πιστού θελήσει να αναπαυθεί. Φέρει ένσταυρο φωτοστέφανο με την επιγραφή Ο ΩΝ. Στο χρυσό κάμπο, αναγράφεται η συντομογραφία της Θεοτόκου ΜΡ ΘΟΥ. Κάτω δεξιά, η επιγραφή των δωρητών ΔΕΗΣΙΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ ΕΙΣ ΜΝΗΜΗΝ ΤΗΣ ΣΥΖΥΓΟΥ ΤΟΥ ΜΑΡΙΑΣ 1964. Ενώ λίγο πιο πάνω σε μικρογράμματη γραφή η υπογραφή του ζωγράφου δια χειρός Ε. Μαυρικάκη.

Η δεσποτική εικόνα του αγίου Ιωάννου του Προδρόμου τον εικονίζει ολόσωμο, μετωπικό με μεγάλα φτερά ως «ένσαρκο άγγελο». Ο άγιος φέρει φτερά σαν άγγελος για δυο λόγους: Πρώτον, εξαιτίας της ασκητικής ζωής του ήταν «άνθρωπος μέν τη φύσει, Άγγελος δέ τον βίον» και αναδείχτηκε σε «έπίγειον άγγελον καί ούράνιον άνθρωπον». Δεύτερον. επειδή ο Τίμιος Πρόδρομος έφερε το μήνυμα της Βασιλείας των Ουρανών ως αγγελιοφόρος του Κυρίου.

Φορά γκριζογάλανη μηλωτή από τρίχες καμήλου και λαδοπράσινο ιμάτιο. Στο αριστερό του χέρι κρατά σταυροφόρο ξύλινο ραβδί και ειλητάριο ανοικτό με μεγαλογράμματη επιγραφή: ΟΡΑ ΤΟΝ ΑΜΝΟΝ ΚΑΙ ΠΟΙΜΕΝΑ ΚΑΙ ΛΟΓΟΝ ΕΛΘΟΝΤΑ ΠΡΟΣ ΓΗΝ ΕΝ ΒΡΟΤΕΙΑ ΦΥΣΕΙ ΚΑΙ ΠΑΝΤΑΣ ΕΛΚΥΣΑΝΤΑ ΠΡΟΣ ΠΟΛΟΥ ΠΛΑΤΟΣ. Το δεξί του χέρι εκτείνει σε στάση ευλογίας. Η εύχυμη, στιβαρή και γήινη μορφή του πατά και με τα δυο της πόδια, στα οποία φέρει σανδάλια, γερά στη γη. Το πρόσωπό του είναι μακρόστενο και ο μαλακός φωτισμός της όλης σύνθεσης το αποδίδει γαλήνιο, ειρηνικό και στοχαστικό. Στην αριστερά πλευρά της εικόνας επάνω σε μια πέτρα παρατηρούμε ένα δοχείο μέσα στο οποίο βρίσκεται το κομμένο κεφάλι του αγίου, ενώ στη δεξιά πλευρά παρατηρούμε μια αξίνα (σύμβολο του αποκεφαλισμού που υπέστη), ανάμεσα στα κλαδιά ενός σχηματοποιημένου δένδρου. Η αξίνα, επίσης, μας θυμίζει τους λόγους που είπε ο Πρόδρομος στους Φαρισαίους και Σαδδουκαίους: «ήδη δέ και ή άξίνη προς την ρίζαν των δένδρων κεΐται» (Λουκ. 3.9). Τέτοιοι άρχοντες, «λέγοντες και μη ποιούντες», θα έχουν την τύχην των άκαρπων δέντρων: κόβονται ως άχρηστα. Κάτω δεξιά η επιγραφή των δωρητών ΔΕΗΣΙΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΩΝ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΥΡΜΠΑ ΚΑΙ ΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΤΣΕΚΟΥΡΑ 1963. Κάτω αριστερά, η υπογραφή του αγιογράφου δια χειρός Ε. Μαυρικάκη.

Για την απόδοση της εικόνας του Γενεθλίου της Θεοτόκου, που είναι και η εικόνα της εορτής του ναού, ο αγιογράφος στηρίζεται στις απόκρυφες διηγήσεις, μιας και για το γεγονός της γεννήσεως της Παναγίας τα Κανονικά Ευαγγέλια σιγούν. Μια από αυτές τις διηγήσεις είναι το Πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου, καθώς και το Απόκρυφο Ευαγγέλιο του Ψευδο-Ματθαίου. Ο αγιογράφος, στηριζόμενος στις πληροφορίες των παραπάνω γραπτών πηγών, εικονίζει ένα οίκο και μέσα σ’ αυτόν, πάνω σε κρεβάτι, μισοκαθισμένη την αγία Άννα σε προχωρημένη ηλικία. Είναι τυλιγμένη στο μαφόριό της και μια σειρά από κορίτσια, θεραπαινίδες, την περιποιούνται στις πρώτες στιγμές της λοχείας. Συγκεκριμένα τρία κορίτσια την βοηθούν μετά τον τόκο να ακουμπήσει επάνω στο κρεβάτι, άλλο της κάνει αέρα, κρατώντας ένα ριπίδιο, ενώ ένα άλλο σπεύδει να της δώσει φαγητό και να την περιποιηθεί.Τέλος ένα άλλο κορίτσι εικονίζεται στην κάτω πλευρά της εικόνας να γνέθει με τα δυο χέρια της και με το ένα πόδι της να κουνά το λίκνο, μέσα στο οποίο είναι σπαργανωμένη η μικρή Παναγία.

Εκατέρωθεν της κεφαλής της Παναγίας αναγράφεται ΜΡ ΘΥ (Μήτηρ Θεού), ενώ κάτω αριστερά η επιγραφή των δωρητών ΔΕΗΣΙΣ ΒΗΘΛΕΕΜ ΥΑΛΟΠΟΥΛΟΥ – ΟΙΚ. ΒΑΞΕΒΑΝΑΚΗ ΕΙΣ ΜΝΗΜΗΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΣ ΤΣΙΜΗΤΗ ΚΑΙ ΙΩANNOY ΥΑΛΟΠΟΥΛΟΥ 1964. Στη δεξιά πλευρά βρίσκεται η υπογραφή του αγιογράφου Ε.Μαυρικάκης. Μια μικρογράμματη δηλώνει την ευσέβεια και την πίστη του αγιογράφου: «Ή μέν είκών αΰτη μένει εις τούς αιώνας. Ή δε χείρ μου, υπό χοός βροθήσεται». Απο την παραπάνω επιγραφή διαφαίνεται η επιρροή του Φ. Κόντογλου στην αντίληψη που είχε ο Μαυρικάκης για την αγιογραφική τέχνη που υπηρετούσε.

Η εικόνα των αγίων Αναργύρων αποδίδει τον Κοσμά νέο με μικρό γένι και τον Δαμιανό, λίγο μεγαλύτερο σε ηλικία και σπανίζοντα. Φορούν ενδύματα ασιατικά, με πλατειά μανίκια και επιμάνικα. Κρατούν στο δεξί τους χέρι λεπίδα χειρουργική ή κοχλιάριο, στο αριστερό κιβώτιο με φάρμακα, το λεγόμενο πανάριον. Στο επάνω μέρος της εικόνας εικονίζεται ο Θεός Πατέρας ως ασπρομάλλης γέροντας με το δεξί του χέρι να ευλογεί και με το αριστερό να κρατά γαλάζια σφαίρα, σύμβολο του κόσμου. Στο κάτω μέρος της εικόνας η επιγραφή: ΔΕΗΣΙΣ ΟΙΚΟΓ ΝΙΚ. ΣΙΜΟΥ 1964. ΧΕΙΡ ΜΑΥΡΙΚΑΚΙ.

Στην εικόνα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου εικονίζεται η Θεοτόκος στο μέσο του νεκροκρέβατου και οι απόστολοι να θρηνούν τριγύρω της. Δεξιά και αριστερά της νεκρικής κλίνης, απεικονίζονται και δυο ιεράρχες. Στο κέντρο της σύνθεσης, μέσα σε στρογγυλή δόξα, ο Χριστός παραλαμβάνει την ψυχή της Θεοτόκου που απεικονίζεται συμβολικά σαν σπαργανωμένο βρέφος. Εκατέρωθεν του Χριστού, σε στάση δέησης, απεικονίζονται δυο άγγελοι, ενώ στην κορυφή της σύνθεσης ένα εξαπτέρυγο. Στην κάτω πλευρά η επιγραφή αφιέρωμα ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ ΕΥΑΓΓ. ΜΑΝΙΚΑ 1964 και η υπογραφή του ζωγράφου Μαυρικάκις.

Στην εικόνα του ευαγγελιστή Μάρκου, εικονίζεται ο άγιος Μάρκος όρθιος σε στάση τριών τετάρτων. Με το δεξί του χέρι ευλογεί και με το αριστερό κρατά ανοικτό ειλητάριο με την αρχή του Ευαγγελίου του σε μεγαλογράμματη γραφή ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ. Κάτω διαβάζουμε την επιγραφή του δωρητή ΔΕΗΣΙΣ ΟΙΚΟΓ. ΜΑΡΚΟΥ ΤΣΙΓΚΟΥΝΑΚΗ.

Η εικόνα των Εισοδίων της Θεοτόκου στηρίζεται στο Πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου. Παρατηρούμε τον ιερέα Ζαχαρία να αποδίδεται γέροντας, οξυγένειος, να φορά την ιερατική στολή και να υποδέχεται την τριετή Παναγία στον ναό. Πίσω τους εικονίζονται οι θεοπάτορες Ιωακείμ και Άννα να συνομιλούν και να χαίρονται, ενώ μια κοπέλα συνοδεύει τη μικρή Μαρία στον ναό. Στο επάνω μέρος της εικόνας φαίνεται κιβοίριο, κάτω από το οποίο κάθεται η Παναγία. Άγγελος Κυρίου κομίζει σ’ αυτή τροφή εξ ουρανού και την ευλογεί. Στην κάτω πλευρά της εικόνας υπάρχει η αφιερωτική επιγραφή ΔΕΗΣΙΣ ΚΩΝ/ΝΟΥ ΚΑΙ ΜΑΡΙΑΣ ΜΕΤΡΙΔΗ ΥΠΕΡ ΥΓΕΙΑΣ ΤΩΝ ΤΕΚΝΩΝ ΤΟΥΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ-ΕΛΕΝΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΓΓΟΝΩΝ ΣΙΜΕΛΑΣ ΚΑΙ ΑΘΗΝΑΣ.

Η εικόνα της αγίας Αναστασίας της Φαρμακολύτριας που βρίσκεται στο τέμπλο του Β.Α παρεκκλησίου αποδίδει την αγία ολόσωμη σε όρθια θέση να κρατά στο δεξί της χέρι σταυρό και στο αριστερό ένα δοχείο με φάρμακα. Στην αγία, που η μνήμη της τιμάται στις 22 Δεκεμβρίου, δόθηκε το επίθετο φαρμακολύτρια, γιατί έλυνε, απάλλασσε τους δεινοπαθούντες από τις «φαρμακείες», τις πίκρες, τις αρρώστιες και τις δοκιμασίες της ζωής τους. Στη βάση της εικόνας υπάρχει η επιγραφή ΔΕΗΣΙΣ ΣΟΦΙΑΣ ΚΛΕΑΝΘΟΥΣ εις ΜΝΗΜΗΝ ΓΟΝΕΩΝ ΤΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΚΑΙ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΣ.

Ο αρχάγγελος Γαβριήλ αποδίδεται στη θύρα που οδηγεί στο παρεκκλήσι, ολόσωμος σε όρθια στάση, ενώ το πρόσωπο του σε στροφή τριών τετάρτων. Κρατά στο αριστερό του χέρι το κηρύκειο, σύμβολο αγγελιοφόρου, και στο αριστερό σφαίρα. Φορά λευκά ενδύματα με κόκκινο μανδύα. Η επιγραφή των δωρητών αναφέρει ΔΕΗΣΙΣ ΟΙΚ. ΚΩΝ/ΝΟΥ ΝΙΚΟΛΕΤΑΣ ΚΑΡΑΜΠΙΝΗ. Στο κέντρο υπάρχει και η υπογραφή του αγιογράφου ΕΥΑΓ. ΠΑΠΑΠΕΤΡΟΥ 1985.
Στη θύρα του παρεκκλησίου ο αρχάγγελος Μιχαήλ ιστορείται ολόσωμος, σε όρθια θέση, ενώ το πρόσωπό του σε στροφή τριών τετάρτων. Κρατά το κηρύκειο, σύμβολο αγγελιοφόρου και φορά λευκά ενδύματα με κυανό μανδύα. Φέρει ευμεγέθη φτερά που καλύπτουν το πίσω μέρος της εικόνας. Τα μαλλιά του είναι πλούσια και διακρίνεται η ταινία που τα συγκρατεί και που καταλήγει σε ανεμίζοντα άκρα. Το πρόσωπό του εκφράζει γλυκύτητα, γαλήνη και επιβλητικότητα. Οι αρχάγγελοι Γαβριήλ και Μιχαήλ εικονίζονται συνήθως στο δεξιό και αριστερό παραπόρτι του αγίου βήματος, γιατί είναι οι δυο ακοίμητοι φρουροί του άβατου χώρου του Ιερού. Κάτω υπάρχει η επιγραφή των δωρητών ΟΙΚ. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΣ ΓΕΩΡΓΙΑΔΟΥ / ΟΙΚ. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΕΥΦΡΟΣΥΝΗΣ ΤΡΙΛΙΒΑ. Τέλος διαβάζουμε και την υπογραφή του αγιογράφου Ευαγ. Παπαπέτρου 1985.

Η εικόνα του αγίου Δημητρίου, που τιμάται στις 26 Οκτωβρίου και είναι προστάτης της Θεσσαλονίκης, εικονίζει τον άγιο όρθιο, μετωπικό, να φορά την στρατιωτική στολή του και χλαμύδα δεμένη πάνω στο στήθος του. Με το δεξί του χέρι κρατεί δόρυ και με το αριστερό την ασπίδα του. Παριστάνεται ως ένας ψηλός νέος, αγένειος, με αθλητικό σώμα, ωοειδές πρόσωπο και λεπτά χαρακτηριστικά. Η έκφραση του προσώπου του αποπνέει ευγένεια και ψυχική καλλιέργεια. Στη βάση της εικόνας η επιγραφή του δωρητή: ΔΕΗΣΙΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΝΙΚΟΠΟΥΛΟΥ.

Η εικόνα της αγίας Παρασκευής, που γιορτάζει στις 26 Ιουλίου, αποδίδει την αγία ολόσωμη, όρθια και μετωπική. Κρατά στο αριστερό χέρι σταυρό και στο δεξί ειλητάριο ανοικτό. Φορά φαιό μανδύα και λαδοπράσινο μαφόριο και φέρει καλύπτρα μαλλιών.

Η εφέστια εικόνα του ναού, που έφεραν οι πρόσφυγες από τα Μούγλα της Μικράς Ασίας, εικονίζει την Παναγία στον τύπο της Οδηγήτριας. Είναι αυγοτέμπερα σε ξύλο με διαστάσεις 0,70 x 0,36. Αφιερωτές της εικόνας στον ναό ήταν ο Κωνσταντίνος Χατζηπολυχρόνης του Μιχαήλ και ο Παπασπύρου.
Η Παναγία παριστάνεται Βρεφοκρατούσα, να κρατά με το αριστερό της χέρι τον μικρό Χριστό, ενώ με το δεξί που βρίσκεται σε στάση δέησης μας δείχνει τον Σωτήρα Χριστό. Η Θεοτόκος φορά γαλάζιο χιτώνα και ροδί μαφόριο που καταλήγει σε χρυσόγραφη παρυφή. Το πρόσωπό της αποδίδεται με σοβαρότητα σε στάση τριών τετάρτων. Στο φόντο της εικόνας η συντομογραφία ΜΡ ΘΥ. 0 Χριστός εικονίζεται να ευλογεί με το δεξί του χέρι και με το αριστερό να κρατά κλειστό Ευαγγέλιο. Φορά πράσινο χιτώνα και κόκκινο ιμάτιο με χρυσά φώτα (χρυσοκονδυλιά). Στο κεφάλι φέρει ένσταυρο φωτοστέφανο με την επιγραφή Ο ΩΝ. Στο χρυσό φόντο της εικόνας η επιγραφή ΙΣ ΧΡ. Η εικόνα είναι ανυπόγραφη και αχρονολόγητη και εκτιμάται ότι ζωγραφίστηκε στο τέλος του 18ου με αρχές του 19ου αιώνα.
Ο εικονογραφικός τύπος της Παναγίας Οδηγήτριας, συνδέθηκε με την εικόνα -παλλάδιο της Κωνσταντινούπολης, που ήταν γνωστή από τον ένατο αιώνα και έφερε την επωνυμία Οδηγήτρια. Η εικόνα βρισκόταν στη Μονή των Οδηγών (ξεναγών) και την είχε αποστείλει η αυτοκράτειρα Ευδοκία στην αδελφή του συζύγου της Πουλχερία. Η παράσταση της Κωνσταντινουπολίτικης εικόνας της Οδηγήτριας συνδέθηκε κυρίως με το μυστήριο της Ενσάρκωσης. Αυτό πηγάζει από τη σχέση της με τον Ευαγγελισμό και τον Ακάθιστο Ύμνο, όπως φαίνεται να προκύπτει από σχετική αναφορά του Ψευδο-Κωδινού. Σύμφωνα με αυτή, η εικόνα της Οδηγήτριας μεταφερόταν στο παλάτι των Κομνηνών την πέμπτη εβδομάδα των Νηστειών και έμενε εκεί μέχρι και τη Δευτέρα του Πάσχα. Είναι όμως γνωστό ότι την πέμπτη εβδομάδα των νηστειών διαβάζονται και οι 24 οίκοι του Ακαθίστου Ύμνου. Η μεγάλη δημόσια τιμή της Οδηγήτριας στην Κωνσταντινούπολη ερμηνεύει και την επιβίωση του εικονογραφικού τύπου, που επαναλαμβάνεται σε πολυάριθμα έργα, τόσο στη βυζαντινή, όσο και στη μεταβυζαντινή περίοδο. Σημειώνονται εδώ η γνωστή ψηφιδωτή εικόνα της Οδηγήτριας της Παμμακαρίστου, τώρα στον ναό του Αγίου Γεωργίου στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, που χρονολογείται στον 11ο αιώνα, η Πορταΐτισσα της μονής Ιβήρων στο Άγιον Όρος κ.ά.

Στο κεντρικό κλίτος του ναού, σε δύο εικονοστάσια, υπάρχουν δυο «ναζαρηνές» εικόνες του Χριστού και της Παναγίας Οδηγήτριας. Οι εικόνες είναι ελαιογραφίες σε ξύλο με διαστάσεις 1,00 x 0,52. Αποτελούν μέρος των εικόνων που δημιουργήθηκαν σε αγιορείτικα εργαστήρια στα μέσα του εικοστού αιώνα και κατέκλυσαν τους ενοριακούς ναούς της χώρας. Η λεγόμενη «ναζαρηνή» σχολή στην αγιογραφία δημιουργεί φυσιοκρατικές εικόνες, σχεδόν φωτογραφικές, με ιδιαίτερη επιρροή από την δυτική τέχνη. Οι μορφές των αγίων προσώπων είναι τόσο ανθρώπινες, που πολλές φορές εκβάλλουν την πνευματικότητα που πρέπει να αποπνέει μια εικόνα και απευθύνονται κυρίως στο συναίσθημα του πιστού. Το ναζαρηνό κίνημα ξεκίνησε στη δυτική Ευρώπη και ήρθε στην Ελλάδα την εποχή του Όθωνα, περίπου το 1830. Η διάρκεια του κινήματος κράτησε περίπου εκατό χρόνια και από το 1930, με πρωτεργάτη τον Φώτη Κόντογλου, επιστρέψαμε στη βυζαντινή εικονογραφία.

Η εικόνα του Χριστού εικονίζεται στον τύπο του Παντοκράτορα. Αποδίδεται σε προτομή, από τη μέση και πάνω, να ευλογεί με το δεξί του χέρι και με το αριστερό να κρατά ανοικτό Ευαγγέλιο με τη μικρογράμματη ευαγγελική περικοπή: «Έγώ ειμι το φως τού κόσμου ό ακολουθών έμοί». Φορά κόκκινο χιτώνα με γαλάζιο ιμάτιο που αποδίδεται με μαλακή πτυχολογία και όχι με τον τυποποιημένο σχηματοποιημένο τρόπο της βυζαντινής περιόδου. Στο κεφάλι φέρει ένσταυρο, χρυσό, στιλβωτό φωτοστέφανο με την επιγραφή ο ΩΝ. Το πρόσωπο του είναι μειλίχιο, πράο, προσηνές.

Η εικόνα της Παναγίας, στον τύπο της Οδηγήτριας, αποδίδεται σε προτομή, από τη μέση και πάνω, να κρατά τον μικρό Χριστό. Το δεξί της χέρι το έχει σε στάση δέησης, αλλά ταυτόχρονα μας υποδεικνύει τον Σω- τήρα Χριστό που αναπαύεται στο αριστερό της χέρι. Φορά μπλε χιτώνα και κόκκινο μαφόριο με πράσινη φόδρα. Στο κεφάλι φέρει στέμμα, ως βασίλισσα των ουρανών. Ο Χριστός φορά λευκό χιτώνα, γαλάζιο ιμάτιο, ευλογεί με το δεξί του χέρι και με το αριστερό κρατά κλειστό ειλητάριο. Φέρει ένσταυρο φωτοστέφανο.

Στην κλίμακα που οδηγεί στον γυναικωνίτη του ναού, υπάρχουν τέσσερις φορητές εικόνες. Η παλαιότερη είναι των Τριών Ιεραρχών και, σύμφωνα με την επιγραφή της, έχει εκτελεσθεί στις 20 Δεκεμβρίου 1880 δια χειρός Παύλου Σωτηριάδου Καισαρέως. Η παράσταση απεικονίζει του Τρεις Ιεράρχες, Βασίλειο, Γρηγόριο και Ιωάννη τον Χρυσόστομο, να φορούν πολυτελή αρχιερατικά άμφια. Ο Βασίλειος κρατά ποιμαντορική ράβδο, ο Γρηγόριος στο δεξί του χέρι σταυρό και στο αριστερό δικέρι, ενώ ο Χρυσόστομος κλειστό Ευαγγέλιο. Στο επάνω μέρος της εικόνας απεικονίζεται ο Θεός να ξεπροβάλλει μέσα από νεφέλη ως ασπρομάλλης γέροντας, να ευλογεί και με τα δυο χέρια και να φέρει τριγωνικό φωτοστέφανο με την επιγραφή Ο ΩΝ. Δέσμες φωτός διαχέονται μέσα από την νεφέλη προς κάθε κατεύθυνση. Κάτω ακριβώς, απεικονίζεται το Άγιο Πνεύμα με τη μορφή περιστεράς. Η εικόνα έχει έντονες επιρροές από τη δυτική καλλιτεχνική παράδοση.

Η εικόνα της Αγίας Τριάδας «ναζαρηνής» τεχνοτροπίας είναι του Αγιογραφικού Οίκου «Άγιος Σεραφείμ», δημιουργία του μοναχού Σεραφείμ της Ιεράς Σκήτης Αγίας Άννας του Αγίου Όρους, το έτος 1956. Εικονίζει την δυτικότροπη Αγία Τριάδα, δηλαδή τον Θεό Πατέρα ως ασπρομάλλη γέροντα, τον Υιό ως ενήλικα άνδρα και το Άγιο Πνεύμα με την μορφή περιστεριού. Ο Θεός Πατήρ κρατά σταυροφόρο κηρύκειο και με το δεξί του χέρι ευλογεί. Φορά λευκό χιτώνα και πράσινο ιμάτιο. Ο Υιός στο αριστερό χέρι κρατά κλειστό Ευαγγέλιο και με το δεξί ευλογεί, ενώ φορά κόκκινο χιτώνα και γαλάζιο ιμάτιο. Ανάμεσά τους υπάρχει μία σφαίρα με ένα σταυρό στην κορυφή, ενώ παρουσιάζονται και οι δύο ένθρονοι μέσα σε νεφέλες. Τέλος δυο ομάδες δυτικότροπων αγγέλων (putti) δορυφορούν στα πόδια τους. Η ορθόδοξη απεικόνιση της Αγίας Τριάδας αποδίδεται με την σκηνή της Φιλοξενίας του Αβραάμ στους τρεις αγγέλους. Η επιγραφή των δωρητών αναγράφει ΔΑΠΑΝΗ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΚΑΠΡΑΝΟΥ ΕΙΣ ΜΝΗΜΗ ΤΩΝ ΓΟΝΕΩΝ ΤΩΝ.

 Μία λαϊκότροπη μικρή εικόνα του 1896, αφιέρωση του Α. Κιοσέογλου, παριστάνει τον Χριστό στον τύπο του Παντοκράτορα. Ο Ιησούς εικονίζεται ένθρονος, να ευλογεί και με τα δύο χέρια και στο μέσο του σώματός του στηρίζεται ανοικτό Ευαγγέλιο με μικρογράμματη επιγραφή «Έγώ είμι τό φως τού κόσμου, ό ακολουθών έμοί, ού μη περιπατήσει έν τη σκοτία άλλ’εξει τό φως της ζωής». Φορά ροδί χιτώνα και μπλέ ιμάτιο, ενώ στα πόδια του δορυφορούν δυτικότροπες κεφαλές αγγέλων. Φέρει χρυσό φωτοστέφανο, από το οποίο πηγάζουν δέσμες φωτός και στο φόντο υπάρχει η επιγραφή ΙΣ ΧΡ. Η εικόνα φέρει ωραία ξυλόγλυπτη διακόσμηση.

Τέλος ο Εσταυρωμένος που βρίσκεται στο ιερό, πίσω από την αγία τράπεζα, είναι έργο υψηλής ποιότητας. Το σώμα του Χριστού αποδίδεται πάνω στον Σταυρό με ιδιαίτερη πλαστικότητα. Ο νεκρός Χριστός φορά γύρω από τους μηρούς υπόλευκο περίζωμα και φέρει στο κεφάλι ένσταυρο φωτοστέφανο. Στην κορυφή του σταυρού βρίσκεται η επιγραφή σε συντομογραφία Ο ΒΤΔΞ (Ο Βασιλεύς της δόξης). Την παραπάνω επιγραφή προέτρεπε ο Κόντογλου να αναγράφουν οι αγιογράφοι στους Εσταυρωμένους. Ο Χριστός με τα απλωμένα χέρια του επάνω στον σταυρό αγκαλιάζει και ενώνει όλους τους ανθρώπους σε μια οριζόντια διάσταση, ενώ στην κάθετη διάσταση μας ενώνει με τον Θεό.